Πυραμίδα του Ταϋγέτου

 

Επιστολή προς το Περιοδικό ΔΑΥΛΟΣ. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 163/ Ιούλιος 1995

ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΡΧΑΙΟΥ ΝΑΟΥ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ ΠΟΥ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΤΑΫΓΕΤΟΥ

 

Αγαπητέ κ. Λάμπρου,

Ο «Δαυλός» έχει ασχοληθεί πρώτος και κατ’ επανάληψιν με την Πυραμίδα του Ταϋγέτου (τεύχη 148,149,156,159). Έτσι παίρνω το θάρρος να καταθέσω και την προσωπική μου μαρτυρία που προκύπτει από μια πρόσφατη επίσκεψή μου στον χώρο αυτό.

Λίγο πριν την είσοδο στην πόλη της Σπάρτης από το δρόμο Τριπόλεως-Σπάρτης μπορεί να δει κανείς καθαρά το πυραμιδικό σχήμα της δεύτερης κορυφής του Ταϋγέτου. Όμως καθαρότερα φαίνεται, όταν πηγαίνει προς το Ξηροκάμπι, ένα χωριό μετά την Σπάρτη. Εκεί βρίσκεται κάτω σχεδόν από τον κώνο της κορυφής και αντικρίζει ένα ιδιαίτερα επιβλητικό θέαμα, που δεν αφήνει αμφιβολίες ότι πρόκειται περί λαξευμένης πυραμίδας. Η εικόνα που απλώνεται στα μάτια του παρατηρητή θυμίζει τη γνωστή Πυραμίδα της Γκίζας- αλλά σε μεγαλύτερο μέγεθος- να στέκει πάνω στον Ταΰγετο.

Η Πυραμίδα αυτή αποτελεί την υψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου με 2.408 μ. υψόμετρο. Ονομάζεται Ταλετόν από τη «μυθολογία», και Προφήτης Ηλίας σήμερα. Στους αρχαίους χρόνους υπήρχε εκεί ιερό του θεού Ηλίου, όπου συνήθιζαν να θυσιάζουν λευκούς βόες ή λευκούς αμνούς, τους οποίους μετέφεραν κυρίως από τον Πάρνωνα.

Στις μέρες μας λοιπόν εκατοντάδες προσκυνητές κάθε χρόνο, στις 19 Ιουλίου, παραμονή της μνήμης του Προφήτη Ηλία, ανεβαίνουν στην ίδια κορυφή, για να διανυκτερεύσουν, να «λατρεύσουν» και να «θυσιάσουν» όπως θα σας διηγηθώ πιο κάτω.

Θεωρώντας το σαν πρόκληση αποφασίσαμε το περασμένο καλοκαίρι ο σύζυγός μου, ένας φίλος και εγώ να ανεβούμε στην κορυφή και να βρεθούμε στον πανάρχαιο αυτό ιερό χώρο.

Υπάρχουν δύο βασικές διαδρομές για να φτάσει κανείς στην κορυφή της πυραμίδας. Η μία από τη Σπάρτη μέσω Παλαιοπαναγιάς, η οποία οδηγεί στη βορειοανατολική πλευρά, και η άλλη από την Καλαμάτα, η οποία οδηγεί στη νοτιοδυτική πλευρά της Πυραμίδας. Φυσικά οι ντόπιοι μπορούν να προσεγγίσουν ακολουθώντας και άλλες τοπικές διαδρομές από τα γύρω χωριά του Ταϋγέτου.

Ο δρόμος της Παλαιοπαναγιάς είναι ασφαλτοστρωμένος σχεδόν μέχρι τη θέση Αγία Βαρβάρα, ένα μεγάλο πλάτωμα με πλατάνια και μια βρύση όπου ο ταξιδιώτης μπορεί να καθίσει και να ξαποστάσει. Από τη θέση αυτή ξεκινά ένας πολύ άσχημος ανηφορικός και ελικοειδής χωματόδρομος για 13 περίπου χιλιόμετρα μέχρι το καταφύγιο. Η διαδρομή λοιπόν μπορεί να συνεχισθεί μόνο για όσους επιβαίνουν σε τρακτέρ, τζιπ, κάποιο ψηλό και δυνατό όχημα ή διαθέτουν ζώα, εκτός βέβαια αν έχουν την πρόθεση να περπατήσουν. Όμως από το καταφύγιο και μετά η ανάβαση είναι δυνατή μόνο με τα πόδια από την πλευρά της Σπάρτης ή και με μουλάρι από την πλευρά της Καλαμάτας.

Στο καταφύγιο φτάσαμε νωρίς το απόγευμα, όπου αφήσαμε το αυτοκίνητο. Έμπειροι ορειβάτες που μας υποδέχτηκαν μας υπέδειξαν να ξεκινήσουμε το γρηγορότερο, ώστε να φτάσουμε στην κορυφή πριν πέσει ο ήλιος.
Ξεκινήσαμε λοιπόν να ανεβαίνουμε με τα πόδια εφοδιασμένοι με υπνόσακους και βασικές προμήθειες. Κατά την ανάβαση δεν αντιμετωπίσαμε ιδιαίτερα προβλήματα. Βέβαια χρειάστηκε πολλές φορές να αναρριχηθούμε σε βράχους και να κάνουμε πολλές στάσεις. Συναντηθήκαμε αρκετές φορές με άλλους προσκυνητές: άνδρες, γυναίκες, νέους, ηλικιωμένους, μερικούς ιδιαίτερα εξοικειωμένους με τη διαδρομή ώστε να μας προσπερνούν και να απομακρύνονται γρήγορα. Έπρεπε να είμαστε σε ετοιμότητα ώστε να ακολουθούμε τους ορειβατικούς δείκτες οι οποίοι είναι τοποθετημένοι κατά μεγάλα διαστήματα και σημαδεύουν την κορυφή. Η τραχύτητα του τοπίου και των καιρικών συνθηκών έχει καταστρέψει μερικούς από αυτούς, έτσι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος για κάποιον να λοξοδρομήσει.

Αντικρίζοντας την Πυραμίδα από το καταφύγιο έχει κανείς την εντύπωση ότι μπορεί να βρίσκεται στην κορυφή σε μισή-μία ώρα. Όσο όμως ανεβαίναμε, τόσο έμοιαζε να απομακρύνεται μέχρι που την χάσαμε. Ανεβαίναμε για δυόμισι περίπου ώρες, όταν παρατηρήσαμε αριστερά στο μονοπάτι μας, σε απόσταση 20- 25 μέτρων, ένα άνοιγμα σαν καταπακτή ή είσοδο διαμορφωμένη σε κεκλιμένο έδαφος, όμως η κόπωση της στιγμής και η δυσκολία προσέγγισης μας απέτρεψαν από την εξερεύνησή της. Βράχοι και έδαφος εμπόδιζαν την επίσκεψή μας στο άνοιγμα αυτό, όμως φαινόταν ότι είναι τεχνητό και με ικανό μέγεθος, ώστε να περνάει ένας άνδρας όρθιος. Αργότερα, όταν ρωτήσαμε ντόπιους και ορειβάτες, κανείς δεν γνώριζε τι ήταν και αν οδηγούσε κάπου.

Όταν συμπληρώσαμε τρεισήμισι ώρες ανάβασης, φτάσαμε σ’ ένα κακοτράχαλο σχεδόν κάθετο μονοπάτι που κατέληγε σ’ ένα στενό πέρασμα που θύμιζε πύλη σχηματισμένη από δύο βράχους δεξιά και αριστερά.. Την πύλη αυτή οι ντόπιοι την ονομάζουν «Πόρτες». Αυθόρμητα συμφωνήσαμε και οι τρεις ότι κάτι πρόκειται ν’ αλλάξει, ότι κάτι σημαίνει αυτή η πύλη. Και πράγματι, μόλις την περάσαμε μας υποδέχτηκε ένας εντελώς διαφορετικός τόπος. Πίσω μας έμεναν οι βράχοι και η τραχύτητα. Εμπρός μας ανοιγόταν ένα ήρεμο και πράσινο τοπίο, που έμοιαζε με λιβάδι. Αριστερά μας δέσποζε η κορυφή της Πυραμίδας, μεγαλειώδης, ασύλληπτη και αρχέγονη.

H ανάβαση στην κορυφή ήταν σχεδόν κατακόρυφη, ίσως η δυσκολότερη της διαδρομής. Η μέχρι στιγμής κόπωση και οι πάμπολλες μικρές πέτρες που κατρακυλούσαν δυσκόλευαν τα βήματά μας. Η φθορά που έχει υποστεί από το χρόνο και τις καιρικές συνθήκες είναι τόσο μεγάλη, που πολλές φορές ανεβαίνοντας αναρωτηθήκαμε αν πράγματι είχε επέμβει ποτέ ανθρώπινο χέρι ή μήπως βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ιδιάζοντα φυσικό σχηματισμό. Ωστόσο και μόνο η ύπαρξη της πύλης μαζί με την εντυπωσιακή αλλαγή του τοπίου υποβάλλουν την απάντηση. Κάπου στο μέσο της βορειοανατολικής πλευράς της κορυφής προσπεράσαμε μια δεύτερη τεχνητή προφανώς εσοχή σαν μεγάλο κανονικό τετράγωνο πηγάδι, για το οποίο επίσης κανείς δεν γνώριζε τι ήταν κι αν οδηγούσε κάπου. Μόνο ο ορειβατικός σύλλογος της περιοχής είχε φροντίσει να τοποθετήσει ένα μεταλλικό στύλο σαν σημάδι, για ν’ αποφευχθούν ατυχήματα.

Τέλος μετά από τέσσερεις συνολικά ώρες πορείας από το καταφύγιο φτάσαμε επί τέλους στην κορυφή.
Οι κεραυνοί, τα χιόνια, οι απότομες θερμοκρασιακές αλλαγές, οι σφοδροί άνεμοι και φθορά του χρόνου έχουν διαμορφώσει την κορυφή σ’ ένα μικρό πλάτωμα από άγονη γη και θρυμματισμένες πέτρες. Ένα χαμηλό κτίσμα από ξερολιθιά, κάτι σαν χονδρός τοίχος, βρίσκεται στο βορεινό άκρο της κορυφής, εμποδίζοντας τη θέα από το μονοπάτι προς το πλάτωμα. Μόλις περάσει κανείς στο πλάτωμα, βλέπει ότι αυτός ο «τοίχος» σχηματίζει ένα -δύο «κουφώματα», που θυμίζουν κελιά. Το ευρύχωρο χρησιμοποιείται αυτήν την ημέρα σαν υποτυπώδης καντίνα που διαθέτει τσάι του βουνού και κονιάκ. Απέναντί της υπάρχει ένα πηγάδι, στην πραγματικότητα μια βαθειά κυκλική στέρνα, την οποία γεμίζει με νερό ο άνθρωπος που έχει τα δικαιώματα της «καντίνας». Περισσότερες λεπτομέρειες δεν μπορεί να δει κανείς, διότι το πηγάδι αυτό είναι σκεπασμένο με λινάτσες, για να προστατεύεται το καθαρό νερό.

Αυτά είναι τα μοναδικά εφόδια που θα βρει κανείς στην κορυφή, έτσι θα πρέπει να φροντίσει μόνος του για τη διαμονή του, το φαγητό του, ακόμα και τις πρώτες βοήθειες. Η μέριμνα από πλευράς πολιτείας, που γνωρίζει ότι τόσος κόσμος επισκέπτεται την κορυφή, είναι εγκληματικά ανύπαρκτη. Ανοίγω μια παρένθεση για να σας περιγράψω το ακόλουθο περιστατικό που συνέβη και δείχνει το μέγεθος της γενικής απρονοησίας: Κάποιος έπαθε διάστρεμμα και έπρεπε να μεταφερθεί με φορείο κάτω στη Σπάρτη. Έγινε μια πρώτη προσπάθεια να προσεγγίσει ελικόπτερο για να τον παραλάβει αλλά ήταν αδύνατη η προσεδάφισή του, δεν διέθετε εξοπλισμό και προσωπικό κατάλληλο για την περίπτωση, έτσι εγκατέλειψε την προσπάθεια και έφυγε. Στη συνέχεια προέκυψε ότι ο ασύρματος που είχε μαζί του ο επόπτης της Δασικής, έπασχε…από μπαταρίες! Έτσι ήταν αδύνατη η επικοινωνία με τη Σπάρτη ή με το ελικόπτερο.
Ελαστικό επίδεσμο του δώσαμε εμείς, επειδή ήταν ο μοναδικός που βρέθηκε μέσα σε τόσο πλήθος ανθρώπων! Τέλος χρειάστηκε να περάσουν άλλες τέσσερεις ώρες, για να φτάσει στο καταφύγιο κάποιος απ’ όσους δεν θα διανυκτέρευαν στην κορυφή και να ενημερώσει για το ατύχημα.
Φυσικά ο καθένας ανεβαίνει με δική του ευθύνη, όμως αυτή η ανάβαση είναι το μεγάλο γεγονός για τη Σπάρτη και οι αρχές θα έπρεπε να το υποστηρίζουν με την ανάλογη σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω με την περιγραφή του χώρου.

Στο μέσο του πλατώματος υπάρχει ένας ανισόπεδος σχηματισμός με χωρίσματα από ξερολιθιά, τα οποία έχουν στήσει οι ορειβάτες για να προστατεύονται από τον αέρα. Η μεγαλύτερη απ’ αυτές τις κατασκευές, στο κέντρο του σχηματισμού, έχοντας ένα καραβόπανο για στέγη, αποτελεί την αυτοσχέδια εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Πλησιάζοντας όμως διαπιστώνει κανείς ότι η εκκλησία είναι σχηματισμένη πάνω στα ερείπια κάποιου αρχαίου ναού. Φαίνονται καθαρά μερικές μαρμάρινες πλάκες που σχηματίζουν σκαλοπάτια μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας και επίσης ένας μαρμάρινος όγκος που χρησιμοποιείται για «Αγία Τράπεζα».

Αφού δειπνήσαμε με παξιμάδι, σταφίδες και καρύδια, απλώσαμε τους υπνόσακούς μας μέσα σ’ ένα από τα πέτρινα και χωρίς στέγη διαμερίσματα. Αυτό που βρήκαμε ελεύθερο, είχε πλάτος δύο μέτρα και μήκος, όχι πάνω από πέντε. Ο μακρύτερος τοίχος του ήταν και ο βορεινός τοίχος της εκκλησίας. Εκεί καταλύσαμε έξι άτομα.

Πολύ σύντομα ο ήλιος άρχισε να δύει και τότε στον ανατολικό ορίζοντα, πάνω από την πεδιάδα, διαγράφηκε η επιβλητική σκιά μίας κανονικής, τέλεια γεωμετρημένης πυραμίδας. Την ίδια περίπου ώρα άρχισε η καθιερωμένη λειτουργία με ιερέα έναν ορεσίβιο καλόγερο της περιοχής, ό οποίος όπως μάθαμε, συνηθίζει να διασχίζει με τα πόδια όλη την κορυφογραμμή του Ταϋγέτου και να λειτουργεί σε διάφορα μέρη όλο το χρόνο.

Με τη δύση του ηλίου η θερμοκρασία έπεσε δραματικά. Πολύ σύντομα αναγκαστήκαμε να χωθούμε στους υπνόσακους, φορώντας μάλλινα και μπουφάν. Αργότερα μάθαμε ότι σταθήκαμε τυχεροί εκείνη τη νύχτα, διότι η θερμοκρασία κρατήθηκε στους +5ο C . Την προηγούμενη φύσαγε και η θερμοκρασία είχε φτάσει τους -2o C. Λίγες μόνο ώρες πριν στο καταφύγιο είχαμε +30ο C.

To πλήθος των προσκυνητών συνέχισε να καταφθάνει, μέχρι που σκοτείνιασε για τα καλά. Τελικά συγκεντρωθήκαμε περίπου τετρακόσια άτομα. Αυτό που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ότι οι περισσότεροι έφερναν μαζί τους μεγάλες ποσότητες από λιβάνι: 5 κιλά, 10 κιλά, 15 κιλά, εκπληρώνοντας κάποιο τάμα. Το στοίβαζαν σε σωρούς στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και άρχιζαν να το καίνε μετά τη δύση του ηλίου και σε όλη τη διάρκεια της νύχτας. Όταν ρωτήσαμε, μας απάντησαν ότι έτσι εξαγνίζεται και καθαγιάζεται ο τόπος γύρω από τον Ταΰγετο. Αργότερα, όσοι δεν είχαν βρει κατάλυμα αλλά και πολλοί επειδή το είχαν τάμα, έμειναν άγρυπνοι όλη τη νύχτα χορεύοντας και τραγουδώντας κοντά στις φωτιές από λιβάνι με τη συνοδεία δύο κλαρίνων.

Οι φωτιές στα τέσσερα σημεία και η ολονύκτια εορτή με τα δύο πνευστά όργανα επιβεβαίωσαν την εντύπωσή μας ότι αναβίωναν πανάρχαια προχριστιανικά έθιμα. Η έξαψη στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων, που ίσως δεν γνώριζαν τίποτα από το μακρινό παρελθόν, ο χορός τους, τα τραγούδια τους, οι αστεϊσμοί τους, βύθιζαν την επιφάνεια της μνήμης στην άβυσσο του χρόνου κάνοντάς τους να φαντάζουν σαν πανάρχαιοι λάτρεις του Πανός.

Κάπου μετά τα μεσάνυχτα σηκώθηκε μια-δυο φορές ένα ελαφρύ αεράκι, αρκετό για να μας θυμίσει ο Ταΰγετος τη δύναμή του παγώνοντας και το τελευταίο κύτταρό μας, όσο ντυμένοι και σκεπασμένοι κι αν ήμασταν. Περίπου στις 2:30 άρχισε η πρωινή λειτουργία και οι χοροί και τα τραγούδια έπαψαν. Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Βρισκόμασταν σε υψόμετρο 2.408 μέτρων κάτω από έναν εκπληκτικό έναστρο ουρανό -συνθήκες από μόνες τους υποβλητικές και μυσταγωγικές - και την ίδια στιγμή η προσευχή τόσων ανθρώπων να ενώνεται και να υψώνεται προς ό.τι ανώτερο ο καθένας πίστευε, όπως και να το ονόμαζε: Προφήτη Ηλία, Ήλιο, Πάνα, Απόλλωνα, Δία, Χριστό. Ήταν μια πραγματική έκσταση και ανάταση ψυχών, και δεν ξέρω αν θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερος εξαγνισμός και καθαγιασμός απ’ αυτόν.

Όταν τελείωσε η λειτουργία, μερικοί συνέχισαν τον εορτασμό, μερικοί στριμώχτηκαν στην εκκλησία για να ζεσταθούν και όσοι μπορούσαν προσπάθησαν να κοιμηθούν. Περίπου στις 6:00 το πρωί άρχισαν να μαζεύουν το καραβόπανο που ήταν η «στέγη» της εκκλησίας, και όλοι μας τα πράγματά μας. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό, ένα τέταρτο πριν και μετά την ανατολή είναι η πιο κρύα ώρα της νύχτας που φεύγει και της ημέρας που έρχεται. Όμως αποζημιωθήκαμε με το νέο θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια μας.
Μόλις ο ήλιος πρόβαλε από τον Πάρνωνα, η πελώρια σκιά της Πυραμίδας άρχισε να διαγράφεται στον δυτικό ορίζοντα πάνω από τη θάλασσα της Καλαμάτας! Θέαμα απερίγραπτο, εκπληκτικό και μοναδικό. Καμιά φωτογραφία και κανένας λόγος δεν μπορούν να αποδώσουν αυτό που ζει κανείς εκείνη την ώρα. Είναι η στιγμή που δίνονται όλες οι απαντήσεις και ίσως- ίσως η στιγμή που θα πρέπει να υποκλιθούμε μπροστά στην αρχαία σοφία…
Απέναντί μας μετέωρη πάνω από τη θάλασσα η σιλουέττα μιας γιγάντιας τετράπλευρης και απόλυτα κανονικής πυραμίδας! Και μάλιστα τρισδιάστατης! Προβαλλόμενη πάνω στην αχλή του τοπίου για αρκετά λεπτά της ώρας. Τόσο ανάγλυφη και πραγματική που έκανε και τους πιο επίμονους ανάμεσά μας αρνητές της «τεχνητής πυραμίδας», να σταθούν με απορία και θαυμασμό. Ποιος ή τι δημιούργησε αυτό το έργο… ποιο είναι το μήνυμα της Πυραμίδας;

Γρήγορα ο ήλιος υψώθηκε στον ορίζοντα, το τοπίο πήρε τη συνηθισμένη του όψη και η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει κατακόρυφα. Αρχίσαμε την κατάβαση -και σ’ αυτό συμφωνούν και οι έμπειροι ορειβάτες-, μια κατάβαση δυσκολότερη από την ανάβαση. Περνώντας από τις «Πόρτες» αυτή τη φορά για να φύγουμε, είχαμε την αίσθηση ότι περνούμε την πύλη που χωρίζει τον ιερό και μυστηριακό τόπο της Πυραμίδας από τον άχαρο κόσμο της καθημερινότητας. Νοιώθαμε ότι είχαμε δεχτεί μια μύηση, και τώρα το ιερό ασφάλιζε τις θύρες του και έκλεινε και πάλι μέσα του το μυστικό. Μυστικό, που αιώνες τώρα φυλάει και αποκαλύπτει μόνο σ’ εκείνους που γνωρίζουν να το επισκέπτονται με σεβασμό, οραματισμό και κατάνυξη.

Η κάθοδός μας συμπληρώθηκε με τη συγκομιδή της μέντας και του περίφημου τσαγιού του Ταϋγέτου. Λιτά και σεμνά ενθύμια αυτού του οδοιπορικού στον Ταΰγετο, που στέκει εκεί αιώνιος, αγέρωχος, γεμάτος από την σοφία της Ελλάδος και την υπερηφάνεια των Ελλήνων, πρόθυμος να φιλοξενήσει και να διδάξει τον επισκέπτη που τον προσεγγίζει με σεβασμό, αλλά κι έτοιμος να κατακρημνίσει όποιον αποπειραθεί να τον βεβηλώσει.

Με πολλή εκτίμηση

Δέσποινα Κληρονόμου-Τορτορέλη Περιστέρι

 

 

Επιστροφή Επιστροφή